Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ

(επιστήμονες, έμποροι, βιοτέχνες)
του Γιάννη Βαρδακουλά

Η Ε.Π. δημοσιεύει από σήμερα, και σε τρείς συνέχειες, ένα ενδιαφέρον κείμενο του κ. Βαρδακουλά του κ. Γιάννη για τον οποίο δεν χρειάζονται συστάσεις, παρά μόνον ότι αφουγκράζεται την ζωή της πόλης μας, συμμετέχει ενθέρμως στα κοινά και θυμάται με λεπτομέρειες την νεώτερη ιστορία της. Γι’ αυτό και πάντα θα υπάρχη «φιλόξενος χώρος» στην Ε.Π. για τις πλούσιες αναμνήσεις και παρατηρήσεις του.
Όσον αφορά την ανησυχία του ότι το κείμενό του «δεν έχει για θέμα του απόψεις ή γεγονότα του εκκλησιαστικού βίου», νομίζουμε ότι η παιδιόθεν, εξ όρθρου βαθέος, φοίτησή του στα ιερά της πόλεώς μας, κοντά στούς αειμνήστους εφημερίους των, οδηγεί αναλόγως και την πένα του.
* * *



Ήταν παλαιά η επιθυμία μου να γράψω για το Λιμάνι μας, για τούς ανθρώπους του, ελπίζοντας ότι θα υπάρξη φιλόξενος χώρος στην «Εκκλησιαστική Παρέμβαση», που πολλές φορές φιλοξενεί γραπτά μου. Καί αυτό γιατί το κείμενό μου μπορεί να θεωρηθή ως «παρέκβαση», αφού δεν έχει για θέμα του απόψεις ή γεγονότα του εκκλησιαστικού βίου. Έχω όμως στο βάθος μιάν αμυδρή ελπίδα αποδοχής του: την επιεική κατανόηση του συναισθηματισμού μου για την πόλη μας από τή Συντακτική Επιτροπή τή στενή σχέση, τή συνάφεια και μέχρις ορισμένου σημείου την αλληλοεπίδραση του Χριστιανισμού με τον κοινωνικοοικονομικό βίο, ιδιαίτερα μάλιστα με τούς ανθρώπους του μόχθου. Δέν μπορώ άλλωστε, για τον τελευταίο, να φαντασθώ τή θρησκεία μας χωρίς κοινωνική προέκταση... Ύστερα ο Ιησούς δεν είχε στο στενό περιβάλλον Του θαλασσινούς, μεροκαματιάρηδες της θάλασσας;
Γιά τούς Επαχτίτες το Λιμάνι με την αισθητική και τή γραφικότητά του είναι η πεμπτουσία της όλης εικόνας της πόλης. Οι μόνιμοι κάτοικοι εκεί καταφεύγουν, για ν’ απολαύσουν την θέα του, να ξεχάσουν στενόχωρες έγνοιες και να χαρούν οι ξενιτεμένοι σ’ αυτό γυρίζουν με τή φαντασία τους, για ν’ απαλύνουν τον πόνο της ξενιτιάς και οι περαστικοί και οι επισκέπτες εκεί στέκονται για λίγο, για να ξεκουραστούν και να κρατήσουν στή μνήμη τους την ωραία εικόνα από την πόλη μας. Τριάντα πέντε χρόνια ξενιτεμένος για τις σπουδές και την επιβίωσή μου, δεν παρέλειπα με τούς φίλους μου να ερχόμαστε για το ιερό προσκύνημά μας, για την ανανέωση του ψυχικού μας κόσμου.
Τό Λιμάνι μας δεν είναι έργο της φύσης αλλά του ανθρώπου. Είναι φανερή η προέλευσή του. Έγιναν οι δύο λιμενοβραχίονες, ο ανατολικός και ο δυτικός, με φραγμένη την είσοδό του, που άνοιξε μετά την εκσκαφή και την εκτέλεση των επιμέρους έργων του. Ο πυθμένας του είναι πλακοστρωμένος, μού είπε ο συμπολίτης πολιτικος μηχανικός και φίλος κ. Θ. Καρκαντζός, όπως επιβεβαιώνεται σε κάθε εκβάθυνσή του με τις πλάκες που ανασύρονται. Τί προϋπήρχε δεν είναι γνωστό. Πολύ πρίν φθάσουν οι Ενετοί και οι Οθωμανοί, ασφαλώς υπήρχε κάποιο αγκυροβόλιο, που εξυπηρετούσε τις θαλάσσιες μεταφορές, πράγμα που το επιμαρτυρεί και η αρχική ονομασία της πόλης μας, από την διαπεραίωση των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Άς μή μάς διαφεύγει ακόμη το γεγονός ότι κατά μήκος της δυτικής πλευράς του Μόρνου υπήρχαν «αλυκές» για το αλάτι και εκτροφεία ψαριών, καθώς η περιοχή αυτή προσφέρεται και για τις δύο αυτές δραστηριότητες από την περίοδο ακόμη του Δεσποτάτου της Ηπείρου με υπολογίσιμα κέρδη, όπως αναφέρει σε εισήγησή της η Ελισ. Ζαχαριάδου (Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Άρτας σ. 87-93), που σημαίνει ότι προϋπήρχαν αναπτυγμένες θαλάσσιες μεταφορές. Μεταγενέστερα, κατά την δεύτερη περίοδο της Οθωμανοκρατίας (1699-1829) το Λιμάνι είχε αποκλεισθή από κάθε σοβαρή εμπορική κίνηση, κατά τα δημοσιευμένα δηλωτικά του εμπορίου, όπου δεν αναφέρεται η Ναύπακτος ως λιμάνι εισαγωγής-εξαγωγής.
Από την ξυλογραφία του R. Von Waldheim, που βρίσκεται στην Έκθεση Τέχνης της Βιέννης (βλ. Ludwig Salvator «eine Spazierfahrtim Golf con Korinth», που υπάρχει στην Βιβλιοθήκη μας) προκύπτει ότι ο ανατολικός και ο δυτικός πύργος της εισόδου ήταν όμοιοι, καθένας με τή σκοπιά του, ενώ η βορεινή πλευρά του Λιμανιού δεν ήταν διαμορφωμένη το μουράγιο της είναι μεταγενέστερο.
Ο περιηγητής Spήn, που πέρασε από την πόλη μας γύρω στα 1675, άναφέρει ότι η είσοδος του Λιμανιού κλεινόταν με αλυσίδα. Προφανώς κάθε ελλιμενισμένο πλεούμενο έπρεπε να καταβάλλη πρό του απόπλου του κάποιο χρηματικό ποσό για τον ελλιμενισμό του έτσι ελεγχόταν η αναχώρησή του, μετά την καταβολή του σχετικού τέλους.
Από τή θάλασσα εισχωρούσαν δύο τάφροι, που αγκάλιαζαν το Λιμάνι, όπως αυτό προκύπτει από τον πίνακα του Οθωμανού ζωγράφου Nasuh Matrakci, του 16ου αιώνα, που έφθαναν μέχρι τα δύο χαμηλότερα διαζώματα. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι και προς τα δυτικά του λιμανιού η θάλασσα έφτανε μέχρι την τάπια του Κολοκύθα-Παλαιογιάννη, πρίν γίνουν οι μεταγενέστερες προσχώσεις Από το δυτικό μουράγιο του Λιμανιού ρίχνονταν πρωϊ-πρωϊ κάθε 25η Μαρτίου τα «μάσπουλα», κροτίδες εκκωφαντικές, που ανήγγειλλαν τον εορτασμό της Εθνικής μας Εορτής.
Στό πρώτο ήμισυ του αιώνα που πέρασε, η εμπορική κίνηση του Λιμανιού μας αφορούσε την εξαγόμενη εγχώρια παραγωγή μας και τα εισαγόμενα αγαθά. Βιομηχανική παραγωγή δεν υπήρχε. Λειτουργούσε μόνο η Ηλεκτρική Εταιρεία, που εκάλυπτε μόνο την πόλη, δύο-τρείς μικροί αλευρόμυλοι, του Κοσσαντιανού, του Νόβα και του Μούσγου (ο πρώτος με ηλεκτροκίνηση και οι άλλοι με υδατοκίνηση) και δύο Ελαιουργεία, της Ηλεκτρικής και του Νόβα, παλαιότερα ιπποκίνητο. Η αγροτική παραγωγή περιοριζόταν στο τριφύλλι, που το περισσότερο εξαγόταν, στή μαύρη σταφίδα, σιτάρι και καλαμπόκι, σε πολύ περιορισμένη κλίμακα και στα άλλα είδη γεωργικής παραγωγής για τις ανάγκες της πόλης. Στή γύρω ημιορεινή περιοχή υπήρχαν κοπάδια αρνιών και κατσικιών, από τα οποία πολλά εξάγονταν Όλα τα άλλα αγαθά εισάγονταν, εκτός από αυτά που η ντόπια βιοτεχνία παρήγε.
Η απασχόληση στην περιοχή μας ήταν περισσότερο εποχιακή, τα εισοδήματα από ελάχιστα έως μικρά εμβάσματα από τούς ξενιτεμένους, οι μισθοί των υπαλλήλων και οι συντάξεις. Γι’ αυτό έφευγαν πολλοί, ιδίως από τα γύρω χωριά και εργάζονταν απέναντι στο Μοριά, στα χωράφια και τα σταφιδοεργοστάσια του Αιγίου και γύριζαν όταν τελείωναν οι δουλειές, με την αιματηρή οικονομία τους για το χειμώνα. Κατέβαιναν σε συντροφιές από τα γύρω κοντινά χωριά μερικοί ίσως έβλεπαν για πρώτη φορά τή θάλασσα και όταν ήταν κυματούσα τούς φόβιζε. Γιά μάς που από παιδιά το είχαμε συνηθίσει, το θέαμα της εισόδου τους στα καϊκια ήταν το λιγότερο παράξενο, καθώς τούς τραβούσαν οι ναυτικοί......
Σ’ αυτή τή μικρή αγορά προστίθονταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών της ορεινής Ναυπακτίας και των κοντινών της Δωρίδας. Αυτός ο όγκος των διακινούμενων αγαθών, της εισαγωγής και της εξαγωγής, προσδιόριζε κατά βάσιν την εμπορική κίνηση του Λιμανιού. Κατά περιόδους γινόταν διακίνηση εμπορευμάτων που προορίζονταν για τα ανατολικά χωριά της Μακρυνείας, γιατί ο ελλιμενισμός στο Κρυονέρι ήταν πολύ δύσκολος τούς χειμερινούς μήνες και τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν πιό καλά μέσω της Ναυπάκτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου